προπαγανδιστής


προπαγανδιστής
ο, θηλ. προπαγανδίστρια, Ν
1. αυτός που διενεργεί προπαγάνδα («προπαγανδιστής τού ρατσισμού»)
2. αυτός που υποστηρίζει θερμά μια αρχή, μια αντίληψη, έναν τρόπο ζωής («προπαγανδιστής τής χορτοφαγίας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προπαγανδίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προπαγανδιστής — [пропагандисте] ουσ. а. пропагандист …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προπαγανδιστής — ο θηλ. ίστρια αυτός που κάνει προπαγάνδα, που προπαγανδίζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξπρεσιονισμός — Καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα. Εκδηλώθηκε στη Γερμανία από το 1910 έως το 1925 και αντιπροσωπεύει τη γερμανική παραλλαγή της μεγάλης ευρωπαϊκής επανάστασης της πρωτοπορίας. Τον όρο ε. χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1901 στη Γαλλία ο ζωγράφος… …   Dictionary of Greek

  • προπαγάνδα — Βάση της π. είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, με τον οποίο ο προπαγανδιστής μεταδίδει στο κοινό μια πληροφορία με περισσότερο ή λιγότερο υποβλητική αξία. Οι τόσο γενικοί όμως αυτοί όροι δεν εξηγούν την… …   Dictionary of Greek

  • Γκέμπελς, Γιόζεφ Πάουλ — (Joseph Paul Goebbels, Ράιντ, Ρηνανία 1897 – Βερολίνο 1945). Γερμανός πολιτικός. Ο Γ. ήταν ένας από τους λίγους ικανούς άντρες που στρατολόγησε ο Χίτλερ για να κυβερνήσει το Γ’ Ράιχ. Έξυπνος, εργατικός και αφοσιωμένος στον αρχηγό του, πήρε πτυχίο …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Κάλβος, Ανδρέας — (Ζάκυνθος 1792 – Λάουθ, Αγγλία 1869). Ποιητής. Σε παιδική ηλικία πήγε στο Λιβόρνο της Ιταλίας μαζί με τον μικρότερο αδελφό του, εξαιτίας των ασχολιών του εμπόρου πατέρα του. Το 1805 οι γονείς του χώρισαν και τότε η μητέρα έχασε, καθώς φαίνεται,… …   Dictionary of Greek

  • Κόλεριτζ, Σάμουελ Τέιλορ — (Samuel Taylor Coleridge, Ότερι Σεντ Μέρι, Ντέβονσαϊρ 1772 – Λονδίνο 1834). Άγγλος ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος. Ήταν γιος προτεστάντη πάστορα και σπούδασε στο Jesus College του Λονδίνου, στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, σχολείο αυστηρό και με… …   Dictionary of Greek

  • Πλεχάνοφ, Γκιόργκι Βαλεντίνοβιτς — (Γκουταλόβκα, Ταμπόφ 1856 – Τεριγιόκι, Φιλανδία 1918). Ρώσος επαναστάτης. Από φοιτητής προσχώρησε στη μυστική οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή θέληση) και αργότερα ίδρυσε τη μαύρη πτέρυγα του κόμματος Γη και Ελευθερία. Οι οργανώσεις αυτές,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.